Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Η Σταχτοπούτα Και Η Πτώση Της Αστικής Τάξης...

.



-Γιαγιά, πες μου ένα παραμύθι.


-Σώπα τώρα, κοιμήσου.


-Όχι, δε θα κοιμηθώ αν δε μου πεις ένα παραμύθι!




-Μα σου έχω πει τόσα! Είμαι κουρασμένη, δεν μπορώ–


-Θέλω παραμύθι! Γιατί δε μου λες; Έλα γιαγιά, πες μου ένα ακόμα, ένα παραμυθάκι τόσο δα, πες μου, πες μου, πες μου, θέλω κι άλλο παραμύθι!


-Ωχ… άντε, καλά. Ποιο θέλεις; Να σου πω το Κομμουνιστικό Μανιφέστο; Την Καταγωγή της Οικογένειας; Να σου διαβάσω κάτι απ’ τα Grundrisse;
-Όχι, θέλω αυτό με τη Σταχτοπούτα!
-Τι; Μα αυτό δεν είναι για την ηλικία σου! Ένα μικρό παιδί σαν κι εσένα δεν μπορεί να–
-Αυτό θέλω, αυτό με τη Σταχτοπούτα, πες μου, πες μου, πες μου, πες μου, πες μου, ΠΕΣ ΜΟΥ!
-Καλά, ησύχασε, εσύ θα με πεθάνεις στο τέλος! Ωχ, μάνα μου.... Λοιπόν, ήταν μια φορά κι έναν καιρό:
Ενός ανθρώπου που κατείχε σημαντικότατη πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, πέθανε η γυναίκα του κάποια φθινοπωρινή ημέρα και τον άφησε μονάχο με την κορούλα τους. Μέχρι όμως να φύγει ο χειμώνας και να έρθει η άνοιξη, ο άντρας είχε ξαναπαντρευτεί μία αστή γυναίκα, η οποία δεν έχασε τέτοια σπάνια ευκαιρία, στο κάτω-κάτω ο αστικός γάμος δεν είναι παρά μία χρηματική σχέση.
Η γυναίκα κουβάλησε τις δύο αστές κόρες της στο καινούργιο σπιτικό. Αυτές ήταν όμορφες στο πρόσωπο και γεμάτες χάρη, όμως είχαν κακία στην καρδιά τους. Ιδιοποιήθηκαν de facto τα πιο όμορφα φορέματα, θεμελίωσαν ταξικές αντιθέσεις που στηρίζονταν στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, βάφτισαν την ετεροθαλή τους αδερφή στα παγωμένα νερά του συμφεροντολογικού υπολογισμού και τη μετέτρεψαν σε εργαλείο δουλειάς. «Όποιος θέλει ψωμί, πρέπει να το κερδίσει», είπαν και της φόρεσαν μια γκρίζα ρόμπα και ένα ζευγάρι ξυλοπάπουτσα. Η κοπέλα κοιμόταν τα βράδια δίπλα στο τζάκι μόνο με τα απολύτως απαραίτητα μέσα για να κρατηθεί στη ζωή, και καθότι έδειχνε πάντα βρώμικη και άπλυτη, οι δύο αντιδραστικές αδερφές την ονόμασαν «Σταχτοπούτα». Όλη την ημέρα στην κουζίνα από το πρωί ως το βράδυ, έπρεπε η φτωχή να ανταλλάσσει την εργατική της δύναμη για το μισθό της, όμως έκανε υπομονή γιατί θυμόταν τα τελευταία λόγια της μητέρας της στο νεκροκρέβατο και πίστευε στην εσχατολογική τους διάσταση: «Να έχεις καλοσύνη και να φοβάσαι το Θεό, αγαπημένο μου παιδί, κι αυτός θα σε κοιτάζει από τον ουρανό, κι εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου, κι όταν γίνει η επανάσταση δε θα ‘χεις να χάσεις τίποτα άλλο εκτός από τα ξυλοπάπουτσά σου».
Κάποια μέρα θα πήγαινε ο πατέρας ένα επαγγελματικό ταξίδι σε άλλη πόλη, και ρώτησε τα κορίτσια τι θα ήθελαν να τους φέρει. Οι δύο αντιδραστικές αδερφές ζήτησαν εμπορεύματα με υψηλή ανταλλακτική αξία, για να ικανοποιήσουν υλικές, κοινωνικές και ψυχολογικές τους ανάγκες:
«Όμορφα φορέματα!», είπε η μία.
«Στολίδια και μαργαριτάρια!», ζήτησε η άλλη.
Η Σταχτοπούτα δε ζήτησε παρά μόνο μία αξία χρήσης που δεν είχε καθόλου επενδεδυμένη ανθρώπινη εργασία μέσα της και δε συνιστούσε εμπόρευμα:
«Πατέρα, θέλω να κόψεις και να μου φέρεις το πρώτο κλαδάκι που θα χτυπήσει το καπέλο σου καθώς θα γυρνάς στο σπίτι», είπε.
Ο πατέρας έφυγε ταξίδι και αγόρασε για όλες τις κόρες του τα πράγματα που του ζήτησαν. Καθώς γυρνούσε και περνούσε μέσα από ένα δάσος, κάποιο κλαδάκι χτύπησε το καπέλο του κι αυτός το έκοψε για τη Σταχτοπούτα. Όταν έφτασε σπίτι έδωσε σε όλα τα κορίτσια τα πράγματα που του ζήτησαν. Η Σταχτοπούτα πήρε το κλαδάκι, πήγε στον τάφο της μητέρας της και το φύτεψε εκεί επάνω. Τρεις φορές την ημέρα το επισκεπτόταν και το πότιζε με τα δάκρυά της, κι αυτό μεγάλωσε και έγινε ένα όμορφο δέντρο, πάνω στο οποίο καθόταν πάντα ένα κόκκινο κομμουνιστικό πουλάκι και την παρηγορούσε: «Ησύχασε, συντρόφισσα. Σ’ αυτή τη φάση ανάπτυξης του αγώνα, το εργατικό κίνημα δεν είναι οργανωμένο και το παρελθόν κυριαρχεί επάνω στο παρόν, όμως μόλις το προλεταριάτο διαμορφωθεί σε τάξη, η πτώση της μπουρζουαζίας θα είναι αναπόφευκτη».
Κάποτε θέλησε ο βασιλιάς της χώρας να κάνει μία γιορτή που να κρατούσε τρεις μέρες, έτσι ώστε η παρουσίαση υλικού πλούτου να δημιουργήσει ισχυρή εντύπωση. Και επειδή ο γιος του θα έψαχνε για νύφη, προσκλήθηκαν όλα τα όμορφα κορίτσια της χώρας. Η Σταχτοπούτα έκλαιγε γιατί ήθελε κι αυτή να πάει στο χορό, και παρακάλεσε τη μητριά της να της δώσει άδεια. Αυτή απάντησε:
«Όμως εσύ ανήκεις στο λούμπεν προλεταριάτο! Γεμάτη βρωμιά και αλλοτρίωση και χωρίς πολυτελή σύμβολα status, δε σου επιτρέπεται να μετάσχεις στην κουλτούρα της ανώτερης τάξης». Και πήρε μια γαβάθα φακές και τις έριξε στη στάχτη του τζακιού. «Όταν μαζέψεις τις φακές, τότε μπορείς να έρθεις. Όμως έχεις μόνο δύο ώρες γι’ αυτό, έτσι ώστε να παραγάγεις μεγάλη υπεραξία».
Πήγε λοιπόν η Σταχτοπούτα στον τάφο της μητέρας της και φώναξε τα περιστέρια, κι αυτά ήρθαν να τη βοηθήσουν να μαζέψει τους σπόρους. Κατά τη συνδιάσκεψη που έκαναν, το κορίτσι διέταξε: «Τα καλά στο βαζάκι, τα κακά στο στομαχάκι», και δι’ αυτού του καταμερισμού εργασίας είχαν τελειώσει μέσα σε μία ώρα.
Καινούργια δουλειά όμως έδωσε τότε η μητριά στην Σταχτοπούτα: έπρεπε μέσα σε μία ώρα να μαζέψει δύο γαβάθες φακές από τη στάχτη. Πήγε πάλι η Σταχτοπούτα στον τάφο της μητέρας της και φώναξε προς τον ουρανό και ήρθαν όλα τα περιστέρια, τα πουλιά και οι λοιπές παραγωγικές δυνάμεις, να συντονίσουν τη δράση τους σε διακλαδικό επίπεδο. Παρόλο όμως που δια της βελτιωμένης πτηνοτεχνολογίας είχαν μαζευτεί όλοι οι σπόροι μέσα σε μισή ώρα, η μητριά δεν πήρε το κορίτσι στη γιορτή.
Τότε είδε και απόειδε η Σταχτοπούτα και έλαβε την ιστορικά γόνιμη απόφαση να διεκδικήσει τον κόπο της εργασίας των χεριών της. Πήγε πάλι στον τάφο της μητέρας και είπε στο δεντράκι: «Δεντράκι, ταράξου κι αναταράξου, ρίξε μου τη συσσωρευμένη μου υπεραξία!». Και η εργασία έπαψε να είναι μία δυνητικά μονοπωληθείσα δύναμη, και τα πουλιά τής έριξαν ένα χρυσό φόρεμα με χρυσά γοβάκια. Έτσι πήγε η Σταχτοπούτα στη γιορτή χωρίς κανείς να την αναγνωρίσει. Ο γιος του βασιλιά χόρευε συνέχεια μαζί της, μέχρι αργά τη νύχτα που το κορίτσι εξαφανίστηκε. Η Σταχτοπούτα έτρεξε γρήγορα στο σπίτι, έκρυψε τα όμορφα φορέματα στον τάφο και μεταμορφώθηκε a posteriori σε προλετάρια.
Και τις επόμενες μέρες πήγε η Σταχτοπούτα στη γιορτή με ακόμα πιο όμορφα φορέματα και δεν είχε τίποτα να χάσει παρά μόνο το χρυσό της γοβάκι, όπου την τρίτη μέρα όντως το έχασε. Ο πρίγκιπας το σήκωσε και είπε: «Από φετιχισμό, θα παντρευτώ το κορίτσι στο οποίο ανήκει τούτο το γοβάκι», και έψαξε για την κάτοχο.
Οι αντιδραστικές αδερφές χάρηκαν γιατί είχαν όμορφα και μικρά πόδια, και θέλησαν να δοκιμάσουν κι αυτές το γοβάκι. Η μεγάλη προσπάθησε να το φορέσει, όμως ήταν πολύ μικρό γι’ αυτήν, έτσι παρήγαγε η ίδια τους νεκροθάφτες της και έκοψε το μεγάλο της δάχτυλο. Τώρα το γοβάκι μπήκε και ο πρίγκιπας την πήρε στο άλογό του για να την πάει στο παλάτι. Καθώς όμως περνούσαν από τον τάφο της μητέρας της Σταχτοπούτας, κάθονταν εκεί δύο περιστεράκια και φώναξαν:
Κοίτα και γύρνα,
Κοίτα και γύρνα,
Αίμα στο γοβάκι,
Το γοβάκι είναι πολύ μικρό,
Κάποιος έχει αλλάξει δια της δραστηριότητάς του τη μορφή του φυσικού υλικού σε μία χρησιμότερη γι’ αυτόν αξία χρήσης,
Η σωστή νύφη είναι πίσω στο σπίτι.
Είδε τότε ο πρίγκιπας το αίμα στο γοβάκι, έκανε την αυτοκριτική του και ξαναγύρισε. Η δεύτερη αδερφή δοκίμασε κι αυτή να το φορέσει, όμως και σ’ αυτήν ήταν πολύ μικρό. Γι’ αυτό έκοψε ένα κομμάτι από τη φτέρνα της και σφυρηλάτησε η ίδια τα όπλα τα οποία έφεραν την καταστροφή της. Ο γιος του βασιλιά δεν παρατήρησε τίποτα και την πήρε στο άλογό του, όμως πάλι είπαν τα πουλάκια τη φράση τους, πάλι έκανε την αυτοκριτική του ο πρίγκιπας και γύρισε στο σπίτι.
«Δεν έχετε καμία άλλη κόρη;» ρώτησε.
«Μόνο τη μικρή Σταχτοπούτα, η οποία το κόστος που μου στοιχίζει περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα μέσα συντήρησής της», απάντησε ο πατέρας, «δεν μπορεί να είναι αυτή η σωστή νύφη!».
Όμως οι ιστορικές συνθήκες ήταν οι κατάλληλες για να έρθει η Σταχτοπούτα και να δοκιμάσει το γοβάκι –και πραγματικά: της ταίριαξε σαν γάντι! Τότε αναγνώρισε ο πρίγκιπας την όμορφη χορεύτρια και φώναξε: «Αυτή είναι η σωστή νύφη!». Την ανέβασε στο άλογό του, ξεκίνησε για το παλάτι, και καθώς περνούσαν από τον τάφο ήρθαν δύο περιστέρια και στάθηκαν στους ώμους της για να συσπειρώσουν το κίνημα σε αντιμονωπολιακή, αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.
Όταν ήταν να γίνει ο γάμος της Σταχτοπούτας με το πριγκιπόπουλο, οι δύο αντιδραστικές αδερφές κινήθηκαν ρεφορμιστικά και προσποιήθηκαν τις μετανοιωμένες για να αποπροσανατολίσουν το κίνημα. Στο δρόμο προς την εκκλησία, η μεγάλη στάθηκε αριστερά και η μικρή δεξιά της Σταχτοπούτας, όμως τα περιστέρια τους έβγαλαν από ένα μάτι τσιμπώντας τις. Στο γυρισμό από την εκκλησία άλλαξαν πολιτική τοποθέτηση• στάθηκε η μικρή από αριστερά και η μεγάλη από δεξιά, όμως τα περιστέρια τους έβγαλαν και το άλλο μάτι. Έτσι τιμωρήθηκαν για την κακία τους, έμειναν για πάντα τυφλές και κατέληξαν στον κοπροσωρό της Ιστορίας, ενώ η Σταχτοπούτα ενώθηκε ταξικά με το πριγκιπόπουλο και έγινε βασίλισσα.
Και ζήσαν αυτοί επαναστατικά κι εμείς επαναστατικότερα.




απο  http://ironprison.blogspot.com/

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου